Η Οδύσσεια ενός μπαμπά και των παιδιών του…

Διαβάστε με προσοχή την πιο κάτω ιστορία ενός χωρισμένου πατέρα που απευθύνθηκε στο Cyprus Fatherhood Initiative, η οποία απογυμνώνει το σύστημα δικαιοσύνης στον τομέα του οικογενειακού δικαίου, δείχνοντας τις αδυναμίες του…

«Με λένε Δ. Είμαι χωρισμένος πατέρας τριών παιδιών ηλικίας 9, 7 και 2 ετών.

Χώρισα εδώ καιείμαι μπαμπάς όχι επισκέπτης 16 μήνες. Η πρώην γυναίκα μου, μού είχε κάνει αίτηση διαζυγίου ενώ ήμασταν ακόμη μαζί, αναγκάζοντάς με να εγκαταλείψω το σπίτι που έκτισα με δικά μου λεφτά.

Ταυτόχρονα, πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, στερώντας μου τη δυνατότητα να βλέπω τα παιδιά μου ως γονιός, κατηγορώντας με ότι ήμουν «βίαιος». Η κατηγορία της αποδείχτηκε εκ των υστέρων ψευδής. Ωστόσο, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αρκετών μηνών, μπορούσα να βλέπω τα τρία παιδιά μου 4 φορές τη βδομάδα επί τρεις ώρες κάθε φορά, ενώ εγώ ο ίδιος ζητούσα να αντιμετωπιστώ ως γονιός και όχι ως επισκέπτης. Χωρίς όμως να γίνει οποιαδήποτε εξέταση για το αν είμαι εγώ, ή η πρώην γυναίκα μου κατάλληλοι γονείς, δόθηκε η φύλαξη σ’ εκείνην κι εγώ έπρεπε να βλέπω τα παιδιά μου 12 ώρες τη βδομάδα!

Επιπλέον, η πρώην γυναίκα μου, έκανε αίτηση διατροφής η οποία ορίστηκε στα 550 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να μπορώ να φέρω κάποια ένσταση σ’ αυτό!

Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα χωρίς σπίτι, κλήθηκα να είμαι «μπαμπάς» για τα παιδιά μου για 12 ώρες τη βδομάδα και έπρεπε να πληρώνω μηνιαίως τη γυναίκα που μου κατέστρεψε τη ζωή 550 ευρώ το μήνα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζω τεράστια οικονομικά προβλήματα.

Τους πρώτους 12 μήνες που εφαρμόστηκε το προσωρινό διάταγμα, τα παιδιά μου, με τα οποία πάντοτε είχα πολύ καλή σχέση (κυρίως εγώ τα φρόντιζα πριν το χωρισμό) ζητούσαν συνεχώς περισσότερο χρόνο μαζί μου. Όταν τέλειωνε το τρίωρο που τα έβλεπα κι έπρεπε να τα πάρω πίσω στη μητέρα τους, έκλαιγαν κάθε φορά και ήθελαν να μείνουν μαζί μου περισσότερο …

Με την πάροδο των 12 μηνών, τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μου αντέδρασαν και δεν ήθελαν να επιστρέψουν στη μητέρα τους. Έτσι από τότε μένουν μαζί μου. Η μητέρα τους με κατηγορεί ότι έχω αποξενώσει τα παιδιά από εκείνην και ότι τους έχω κάνει «πλύση εγκεφάλου». Έχει δε την απαίτηση να εξακολουθήσω να της πληρώνω κανονικά διατροφή και για τα τρία παιδιά μας, παρόλο που τα δύο από τα τρία παιδιά μας τους τελευταίους 4 μήνες ζουν μαζί μου.

Εκκρεμούν εναντίον μου καταγγελίες από την πρώην σύζυγό μου για παρακοή των διαταγμάτων επικοινωνίας και διατροφής. Τα παιδιά έχουν εξεταστεί από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και σε μια πλειάδα περιστατικών που τους ζητήθηκε να επιστρέψουν στη μητέρα τους, το αρνούνται και κλαίνε ζητώντας να μείνουν μαζί μου.

Το δικαστήριο συνεχώς αναβάλλει την υπόθεση, αφήνοντάς με ξεκρέμαστο. Την τελευταία φορά που παρουσιάστηκα στο δικαστήριο, ο δικαστής μού είπε πως «καλά κάνει η μάνα και σε καταγγέλλει. Έπρεπε να της πάρεις τα μωρά ακόμη κι αν κλαίνε.»

Εγώ το δηλώνω επίσημα πως δε θέλω να αποξενωθούν τα παιδιά από τη μητέρα τους. Ένα παιδί πρέπει να έχει και τους δύο του γονείς, δεδομένου ότι είναι πρόθυμοι και ικανοί να αναλάβουν από κοινού τη φροντίδα του…

Ορίστηκε από το δικαστήριο, εξέταση των παιδιών από παιδοψυχολόγο, η οποία αποκάλυψε το τι πράγματι συμβαίνει. Ο παιδοψυχολόγος που εξέτασε τα παιδιά μού αποκάλυψε πως τα παιδιά μου του είπαν πως όταν ήταν με τη μητέρα τους, της ζητούσαν να με δουν περισσότερο κι εκείνη τα έδερνε και τους έλεγε να μη με θέλουν!»

Ως Cyprus Fatherhood Initiative, με βάση την πιο πάνω ιστορία υποβάλλουμε τα ακόλουθα ερωτήματα:
1) Δυστυχώς το σύστημα οικογενειακού δικαίου ενθαρρύνει, λόγω της ατιμωρησίας, την εκτόξευση ψευδοκατηγοριών από τους αντιδίκους. Σε πολλές περιπτώσεις οι ίδιοι οι δικηγόροι ενθαρρύνουν τους πελάτες τους να προβαίνουν σε τέτοιες ψευδοκατηγορίες. Αυτό οξύνει περισσότερο τις σχέσεις των αντιδίκων εις βάρος των παιδιών και επιτείνει τη δικαστική διαμάχη καθιστώντας την ιδιαίτερα χρονοβόρα αλλά και με ιδιαίτερα μεγάλο κόστος για τους αντιδίκους. Ταυτόχρονα, υποθάλπεται έτσι ο κίνδυνος τα παιδιά να καταλήξουν με ένα γονιό που στην πράξη τα κακοποιεί αντί να τα φροντίζει όπως πρέπει. Μήπως πρέπει να γίνει αλλαγή στη νομοθεσία έτσι ώστε αυτοί που υποβάλλουν ψευδοκατηγορίες να διώκονται ποινικά, αφού οι κατηγορίες τους αποδειχτούν ψευδείς; Στην πιο πάνω περίπτωση, τα παιδιά έκλαιγαν και ήθελαν να είναι με τον πατέρα. Η δε μητέρα κατηγόρησε τον πατέρα ότι ήταν βίαιος. Από την εξέταση που έγινε από την αστυνομία, αλλά και από την ίδια τη συμπεριφορά των παιδιών (που θέλουν τον πατέρα τους), οι κατηγορίες της μητέρας αποδεικνύονται ψευδείς. Τώρα πάλι, κατηγορεί τον πατέρα πως αποξένωσε τα παιδιά κάνοντάς τους πλύση εγκεφάλου, ενώ η ίδια είχε απομακρύνει τα παιδιά ασκώντας τους σωματική και ψυχολογική βία, όπως αποδείκτηκε. Δεν πρέπει να υπάρξει κάποια κύρωση για όλες αυτές τις ψευδοκατηγορίες;
2) Από τη στιγμή που δύο γονείς βρίσκονται σε διάσταση και δηλώνουν πρόθυμοι και ικανοί να αναλάβουν τη φροντίδα του παιδιού τους, γιατί να μην αντιμετωπίζονται ισότιμα από το νόμο, όπως ο ίδιος ο νόμος 260/1990 προνοεί; Γιατί δηλαδή, χωρίς καν να εξετάζεται η ικανότητα ή όχι ενός γονιού να αναλάβει τα καθήκοντά του, να δίνεται από τα δικαστήρια στον ένα γονιό η φύλαξη (στη συντριπτική πλειοψηφία στη μητέρα) και να γίνεται ο άλλος γονιός επισκέπτης;
3) Πόσο σεβαστά γίνονται από τα δικαστήριά μας, τα δικαιώματα των παιδιών να βλέπουν και τους δύο τους γονείς και όλους τους συγγενείς τους, όταν αυτόματα και χωρίς καμία εξέταση τα δικαστήρια μετατρέπουν τον ένα γονιό, από γονιό σε «επισκέπτη»;
4) Στην πιο πάνω περίπτωση, η μητέρα ήταν αυτή που στην πράξη ασκούσε βία εναντίον των παιδιών και αποπειράθηκε να τα αποξενώσει από τον πατέρα τους, όπως αποδείχτηκε και από την εξέταση των παιδιών από τον παιδοψυχολόγο που όρισε το δικαστήριο. Γιατί, χωρίς καμία απολύτως εξέταση να εκτίθενται τα παιδιά στο περιβάλλον και στη «φύλαξη» ενός γονιού που ασκεί βία, ενός γονιού αποξενωτή, απλά και μόνο επειδή ο γονιός αυτός είναι γένους θηλυκού, αποκλείοντας ταυτόχρονα τον άλλο γονιό; Αν υπήρχε ευθύς εξ αρχής καθεστώς από κοινού φύλαξης, θα αισθανόταν το ίδιο ελεύθερη η εν λόγω μητέρα να προβεί στις πράξεις που προέβηκε; Θα αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο τα παιδιά;
5) Γιατί να εκδίδονται, προσωρινά έστω, διατάγματα διατροφής ερήμην αυτού που διατάζεται να πληρώσει, χωρίς καν να εξετάζεται η οικονομική του κατάσταση;
6) Αν τα παιδιά ήταν με τη μητέρα και κλαίγανε και δεν ήθελαν να δουν τον πατέρα τους, άραγε η ανταπόκριση του δικαστή θα ήταν πάλι «πρέπει να δώσεις τα παιδιά στον άλλο γονιό κι ας κλαίνε»;
7) Μήπως θα πρέπει και οι ίδιοι οι δικαστές να τύχουν επιμόρφωσης αλλά και ελέγχου, έτσι ώστε να συμπεριφέρονται πιο «ανθρώπινα»; Όπως όλοι μας, έτσι και οι δικαστές, όσο αμερόληπτοι κι αν είναι, είναι άνθρωποι, όχι Θεοί, και κάνουν λάθη. Αυτός που κάθεται στη θέση του δικαστή, πού λογοδοτεί για τις πράξεις του; Μήπως θα πρέπει να καταγράφεται το καθετί που συμβαίνει σε μια δικαστική αίθουσα (οπτικά ή ηχητικά), ένα μέτρο το οποίο ήδη συζητείται η εφαρμογή του σε χώρες του εξωτερικού έτσι ώστε να υπάρχει διαφάνεια και πιο ανθρώπινη μεταχείριση; Μήπως, σε κάποιες τουλάχιστον υποθέσεις σοβαρής μορφής (όπου π.χ. υπάρχει υπόνοια για βία στην οικογένεια) θα έπρεπε να λειτουργήσει και στην Κύπρο το σύστημα των ενόρκων που ακολουθείται και σε άλλες χώρες, ως ασφαλιστική δικλείδα για την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων;